Feb 4
Εκδήλωση Βράβευσης Γ' Διαγωνισμού Διηγήματος 2010 Print E-mail
There are no translations available.


images

 

 

 

Το Μουσείο Καπνού διοργάνωσε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά διαγωνισμό Διηγήματος για τους μαθητές Γυμνασίου με θέμα «Η Πίκρα του Καπνού». Η εκδήλωση βράβευσης των μαθητών πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 2/06/2010 στην πλατεία καπνεργάτη. Οι μαθητές οι οποίοι κατέκτησαν τα 3 πρώτα βραβεία είναι οι:

Χρυσάνθη Παγωνά Γυμνάσιο Ν. Ζίχνης

Χαρούπα Μαρία Γυμνάσιο Ν. Ζίχνης

Σονέρ Μπέλτσο Γυμνάσιο Γλαύκης Δ. Μύκης

 


 

Α' ΒΡΑΒΕΙΟ

 

Η ζωή πολλών αγροτικών οικογενειών είναι πολλές φορές συνδεμένη με την πίκρα του καπνού, που δεν οφείλεται μόνο στα φύλλα του αλλά και στην πίκρα της ζωής του, που μεταφράζεται σε κούραση, στερήσεις, βάσανα… Η καλλιέργεια του καπνού πολλές φορές είναι μονόδρομος για επιβίωση στην οποία συμμετέχουν όλα τα μέλη της οικογένειας ανεξαρτήτως ηλικίας.

Η ώρα είναι οχτώ και μισή το απόγευμα και η μητέρα βγαίνει στο μπαλκόνι, για να φωνάξει τα δύο παιδιά της, που παίζουν μαζί με τα άλλα παιδάκια στην πλατεία.

-Γιώργο, Δημήτρη, ελάτε γρήγορα σπίτι, η φωνή της ακούστηκε αυστηρή.

-Ερχόμαστε μαμά. Τώρα, της απαντούν τα παιδιά.

-Άντε γρήγορα, ήταν τελευταία της λέξη.

Τα δύο παιδιά απογοητευμένα παίρνουν το δρόμο για το σπίτι. Ο πατέρας μόλις επιστρέφει από τις απογευματινές του υποχρεώσεις. Η μητέρα έχει στρώσει ήδη το τραπέζι για φαγητό. Μόλις φτάνουν σπίτι πλένουν τα χέρια τους, κάνουν την προσευχή και κάθονται να φάνε. Αρχίζουν το φαγητό τους και και τα δύο παιδιά κάνουν παράπονα στη μητέρα τους.

-Αμάν ρε μαμά μόνο εγώ και ο Γιώργος φεύγουμε τόσο νωρίς. Γιατί; ρωτάει με παράπονο ο μεγάλος της γιος.

Με τρυφερότητα τους εξηγεί για άλλη μια φορά ότι πρέπει να κοιμηθούν όλοι, για να ξυπνήσουν τα ξημερώματα, να πάνε στον καπνό.

-Και γιατί τα’ άλλα παιδιά παίζουν μέχρι αργά στην πλατεία; ρώτησε με καημό ο Γιώργος.

- Αφού σας είπε η μητέρα σας για ποιο λόγο δεν μπορείτε να παίξετε περισσότερο. Τ’ άλλα παιδιά δεν θα ξυπνήσουν να πάνε στο καπνό, γιατί οι γονείς τους δεν ασχολούνται με αυτό, παρεμβαίνει με την αυστηρή του φωνή ο πατέρας.

- Αχ παιδάκια μου, συνεχίζει η μητέρα, το καπνό δεν είναι καθόλου καλό πράγμα. Δεν έχει μόνο πίκρα στα φύλλα του, αλλά φαρμακώνει και τη ζωή μας. Σας εύχομαι μέσα από την καρδιά μου να μην μείνετε εδώ, στα χωράφια. Να διαβάσετε, ν’ αγωνιστείτε στο σχολείο, ώστε όταν μεγαλώσετε να έχετε μία αξιοπρεπή δουλειά, για να ζήσετε μια σχετικά άνετη ζωή και να μπορείτε να προσφέρετε όλα τα καλά στις οικογένειές σας. Όλα αυτά τα οποία εμείς δεν μπορούμε να σας προσφέρουμε από τη μεριά μας.

- Πράγματι είναι πολύ πικρό, είπε ο πατέρας και είναι πολύ πικρό, είπε ο πατέρας και σκυθρώπιασε. Δεν προσφέρει απολύτως τίποτα. Εγώ και η μητέρα σας αναγκαστήκαμε να το κάνουμε, δεν το θέλαμε. Ερωτευτήκαμε, βγάλαμε μόνο το λύκειο αμέσως μετά παντρευτήκαμε. Αλλά εμείς δεν είχαμε κάποιον να μας βάλει μυαλό και τώρα το λάθος που κάναμε εμείς με τον καπνό το πληρώνετε και εσείς. Αλλά δεν θα σας αφήσουμε να συνεχίσετε αυτό το επάγγελμα στο μέλλον.

- Δίκιο έχει ο πατέρας σας. Ο ύπνος είναι το μόνο πράγμα το οποίο ο άνθρωπος δεν το πληρώνει και μπορεί να το απολαμβάνει ελεύθερα, αλλά εσείς δεν το χαίρεστε εξαιτίας μας. Γι’ αυτό για να μπορέσετε να γλιτώσετε από αυτών τη σκληρή ζωή που ζούμε εμείς, πρέπει να διαβάζετε, να πετύχετε στη ζωή σας και να μην ξαναγυρίσετε στο χωράφι.

Με αυτά τα λόγια έκλεισε η μητέρα μια από τις επαναλαμβανόμενες σκηνές γύρω από το τραπέζι.

Τα δύο παιδιά σηκώνονται, αγκαλιάζουν με κατανόηση τους γονείς τους και πάνεγια ύπνο. Η μητέρα μαζεύει το τραπέζι  και πάει για ύπνο με τον πατέρα.

Η ώρα περνάει γρήγορα….

Είναι μία και μισή τα ξημερώματα και το ξυπνητήρι χτυπάει δυνατά. Η μητέρα συνηθισμένη πλέον κλείνει το ξυπνητήρι και σηκώνεται από το ζεστό κρεβάτι της και βάζει τα παλιά της ρούχα. Ετοιμάζει τα πράγματα που παίρνουν κάθε πρωί μαζί τους όπως νερό, καφέ και το κολατσιό των παιδιών της. Αργότερα φωνάζει και τον πατέρα ο οποίος σηκώνεται, ετοιμάζεται και φορτώνει στο αγροτικό τους τα πράγματα αυτά που ετοίμασε η μητέρα. Επιπλέον φορτώνει τα κοφίνια και τα μπουφάν τους. Όλα τόσο μηχανικά και τόσο χιλιοπαιγμένα. Η μητέρα φωνάζει τα παιδιά της να ξυπνήσουν, ενώ η ψυχούλα της τρέμει από τον πόνο.

-Αχ μαμά………

- Άντε Γιωργάκη μου, και μέσα της προσεύχονται μια μέρα να τη συγχωρήσουν τα παιδιά της για τα χαμένα παιδικά τους χρόνια. Ο Δημήτρης σηκώνεται, χωρίς να παραπονεθεί ετοιμάζεται και βγαίνει στην αυλή. Όλοι περιμένουν τον Γιώργο ο οποίος σε πέντε λεπτά βγαίνει έξω. Όλη η οικογένεια μπαίνει στο αγροτικό και παίρνουν το δρόμο για το χωράφι, Σε δεκαπέντε λεπτά φτάνουν στο χωράφι κατεβαίνουν και η μητέρα μαζί με τον Γιώργο πάνε στην αριστερή μεριά του χωραφιού. Αντίθετα ο πατέρας και ο Δημήτρης πάνε στη δεξιά μεριά, έτσι ώστε να σπάσουν περισσότερο καπνό. Η διαδικασία σπασίματος του καπνού έχει ήδη αρχίσει. Ο πατέρας έχει βάλει στο ραδιόφωνο τραγούδια για να περάσει πιο ευχάριστα η ώρα τους. Το καπνό είναι βρεγμένο, επειδή την προηγούμενη μέρα είχε βρέξει, αυτό κάνει πιο δύσκολη την εργασία τους. Τα ρούχα τους έχουν μουσκευτεί, τα χέρια τους έχουν μουλιάσει, μα παρόλα αυτά συνεχίζουν την κοπιαστική εργασία. Υπάρχουν πολλά κουνούπια τα οποία τσιμπούν κυρίως τα παιδιά. Μα εκείνα δεν παραπονιούνται. Μες το μυαλό τους όμως σκέφτονται το ζεστό τους κρεβατάκι και μισούν το καπνό.

Μόλις αρχίζει και ανατέλλει ο ήλιος και η οικογένεια κάνει το πρώτο της διάλειμμα. Τα παιδιά τρώνε το κολατσιό τους και οι γονείς τους κάνουν από ένα τσιγάρο.

Η μητέρα λέει στα παιδιά της…

-Γιώργο μου, Δημήτρη μου, μην καπνίσετε ποτέ στη ζωή σας, γιατί όσο πικρό είναι το χωράφι τόσο πικρό είναι το τσιγάρο. Μην το βάλετε ποτέ στο στόμα σας θα το μετανιώσετε. Μπορεί να είναι η δουλειά μας το καπνό, όμως δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ΄ αυτό. Το τσιγάρο δεν ωφελεί σε τίποτα τον οργανισμό και προκαλεί εξάρτηση. Όποιος καπνίζει είναι άρρωστος.

-Μαμά εγώ δεν θα καπνίσω ποτέ!

- Ούτε και εγώ! Είπαν και τα δυο με μια σιγουριά παράξενη για την ηλικία τους και όλοι μετά το δεκαπεντάλεπτο διάλειμμα, πάνε να συνεχίσουν την εργασία τους.

Η ώρα περνάει. Είναι οχτώ και μισή το πρωί και η οικογένεια γυρίζει κουρασμένη και ταλαιπωρημένη πίσω στο σπίτι της. Αφού αλλάξουν τα ρούχα τους, θα καθίσουν να μπουρλιάσουν τον καπνό. Η μητέρα μετά από δύο ώρες πηγαίνει στην κουζίνα για να μαγειρέψει. Στις δώδεκα και μισή το μεσημέρι τελειώνουν το μπούρλιασμα. Ο Γιώργος με το Δημήτρη φορούν καθαρά ρούχα και πλένουν τα χέρια τους, για να φάνε. Αντίθετα, ο πατέρας μαζί με την μητέρα πηγαίνουν απλώσουν τα σαρίκια στη σκαλωσιά. Οι γονείς επιστρέφουν σε μισή ώρα και η μητέρα στρώνει τραπέζι για να φάνε. Όταν τελειώνουν το φαγητό τους, όλοι πηγαίνουν για ύπνο κουρασμένοι.

Στις πέντε το απόγευμα τα παιδιά πηγαίνουν στην πλατεία, για να παίξουν μέχρι τις οχτώ και μισή όπου θα γυρίσουν στο σπίτι τους. Τις ώρες αυτές τα παιδιά αισθάνονται ελεύθερα. Αισθάνονται επιτέλους παιδιά. Παρά την κούραση που έχουν τρέχουν, γελούν, χαίρονται, χαμογελούν, διασκεδάζουν με τους φίλους τους. Περνούν πραγματικά ωραία. Να κρατούσαν αυτές τις ώρες της ξεγνοιασιάς πιο πολύ! Το απόγευμα η μητέρα συμμαζεύει το σπίτι και οπατέρας πηγαίνει να δει σε πιο χωράφι πρέπει να σπάσουν καπνό τα ξημερώματα. Αύριο μια ίδια κοπιαστική μέρα τους περιμένει.

Όταν η ώρα είναι οχτώ και μισή το απόγευμα, τα παιδιά επιστρέφουν από μόνα τους στο σπίτι χωρίς να φωνάξει η μητέρα τους. Αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά κατάλαβαν όλα όσα τους είπαν οι γονείς τους. Μπορεί να είναι παιδιά, όμως από μικρά βίωσαν την πίκρα του καπνού. Κατάλαβαν όμως και κάτι άλλο, πως αυτή είναι η δουλειά των γωνιών τους από την οποία επιβιώνουν σαν οικογένεια. Και βαθιά μέσα στους συνειδητοποιούν ότι παρά τη μικρή τους ηλικία θ’ αγωνίζονται, για να βοηθούν όσο μπορούν την οικογένειά τους.

Δύσκολη η ζωή της αγροτικής οικογένειας που ασχολείται με το καπνό, καθώς οι σκληροί κανόνες αφορούν και τα ανήλικα παιδιά τους, που από μικρά καταλαβαίνουν γιατί το καπνό είναι πικρο…….

(ΠΑΓΩΝΑ ΧΡΥΣΑΝΘΗ)



 


 

Β' ΒΡΑΒΕΙΟ

-Ντριν, Ντριν

Το ξυπνητήρι χτυπάει δυνατά. Η μητέρα ξυπνάει αμέσως και φωνάζει τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας.

-Ξυπνήστε!!! Η ώρα πήγε δύο και δέκα τα ξημερώματα! Είπε φωνάζοντας με όλη της τη δύναμη. Ο πατέρας ξυπνάει με δυσκολία, καθώς τα χρόνια άρχισαν να βαραίνουν πάνω του πια, ενώ τα παιδιά σηκώνονται από τα κρεβάτια τους πολύ εύκολα.

Κάθε μέρα τέτοια ώρα ξυπνάει η οικογένεια . Η επεξεργασία του καπνού είναι πάρα πολύ δύσκολη και μονόδρομος για πολλές οικογένειες. Μονοπωλεί τις νύχτες, καταλαμβάνει τις μέρες κι’ αδειάζει τα χρόνια και τις ζωές.

Μετά από μία ώρα….

Η μητέρα περπατάει ώστε να φτάσει στο χωράφι, για να ξεκινήσει να μαζεύει τον ατελείωτο καπνό. Σκυφτή, βαριά τα βήματά της, σκέφτεται και θυμάται τα πάρα πολλά στον αριθμό βράδια που είχε περάσει σε αυτό το μεγάλο χωράφι. Κάθε βράδυ που πήγαινε εκεί έλπιζε πως κάποια μέρα θα σταματούσε αυτή την κουραστική εργασία. Ποτέ όμως μέχρι τώρα δεν κατάφερε να εκπληρώσει αυτή την επιθυμία της.

Ποτέ δεν κατάφερε να πει «όχι φτάνει τόσο δεν θα ξαναπάω να μαζέψω καπνό». Δεν είχε τη δυνατότητα να ασχοληθεί με άλλη δουλειά, καθώς δεν είχε σπουδάσει και δεν μπορούσε να σταματήσει να σπέρνει και να μαζεύει καπνό, επειδή δεν είχε χρήματα ούτε για τα βασικά. Κι έτσι αντέχει την κούραση και κάνει υπομονή ως τώρα, για να συντηρεί τη μεγάλη οικογένειά της.

Η ώρα είναι τέσσερις παρά τέταρτο τα ξημερώματα Ο ουρανός έχει ένα σκούρο μαύρο χρώμα ακόμη. Στον κάμπο ακούγεται ο ήχος των ζώων που φωνάζουν και η ατμόσφαιρα είναι βαριά, Τότε φτάνουν ο πατέρας με τα παιδιά στο χωράφι.

-Ήρθαμε και εμείς, είπε ο πατέρας στη γυναίκα του, που είχε ήδη αρχίσει να μαζεύει καπνό. Εκείνη γύρισε προς το μέρος τους αργά σα να μην περίμενε κανένα. Σα να ήταν μόνη στον κόσμο.

-Ξεκινήστε από εκεί, τους είπε δείχνοντας μία πλευρά του καπνοχώραφου.

- Εντάξει, της απάντησαν και άρχισαν κατευθείαν να μαζεύουν καπνό. Τα παιδιά σπάζουν καπνό με τις πολύ γρήγορες κινήσεις των χεριών τους. Έχουν γίνει επιδέξια πραγματικά παρά τη μικρή τους ηλικία.

Η ώρα είχε πάει οχτώ και μισή το πρωί. Όλη η φύση έχει ξυπνήσει για τα καλά. Ο ήλιος κατακίτρινος λάμπει και φωτίζει όλο τον τόπο

- Είναι η ώρα να φύγουμε, είπε η μητέρα στον άντρα και στα παιδιά της. Η κούραση είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της.

- Τώρα! Είπαν χαμογελώντας τα παιδιά και ο πατέρας συμφώνησαν μαζί τους. Πήραν το δρόμο της επιστροφής. Ήταν όλοι τους πολύ κουρασμένοι, αλλά δεν ήθελαν να το δείξουν ιδιαίτερα τα παιδιά απέφευγαν να δείξουν στους γονείς τους την κούραση τους, καθώς δεν ήθελαν να τους κάνουν να νιώσουν τύψεις που και τα παιδιά τους αναγκάζονται να κάνουν τη δική τους δουλειά. Έφτασαν στο σπίτι και η μητέρα είπε στα παιδιά της να φάνε κάτι πριν ξεκινήσουν το μπούρλιασμα. Δεν είχαν φάει τίποτα μέχρι τότε.

Γύρω στις εννιά και μισή το πρωί η οικογένεια είχε αρχίσει τη δουλειά. Η μητέρα κάθεται με τα παιδιά σε παλιές καρέκλες και μπουρλιάζουν το καπνό. Ο πατέρας στέκεται στη μηχανή και περιμένει να του δώσουν να βάλει τα κασάκια με το καπνό, για να περάσει σε σκηνή, ώστε να μπορούν να κρεμαστούν. Η μητέρα ήταν πολύ κουρασμένη και δεν μπορούσε να συνεχίσει. Πήγε για λίγο στο κρεβάτι της, για να ξαπλώσει και δεν άργησε να κοιμηθεί. Η υπόλοιπη οικογένεια έβαλε το καπνό στης θήκες της μηχανής και άφησε την εξαντλημένη γυναίκα να κοιμηθεί ανενόχλητη. Θα την ξυπνήσουν αργότερα. Φαίνεται τόσο καταπονημένη!

- Μαμά ξύπνα είναι η ώρα για φαγητό, είπαν τα παιδιά στη μαμά τους, γιατί είχε πια μεσημεριάσει.

- Έρχομαι, τους είπε με τη βαριά βραχνιασμένη της φωνή. Κάθισαν όλοι μαζί στο τραπέζι και έφαγαν διάφορα πρόχειρα φαγητά, τυριά, σαλάμι, ντομάτα, ψωμί. Δεν έμεινε χρόνος στη μητέρα για να μαγειρέψει. Το πρωί ασχολούνταν με το καπνό και το μεσημέρι ξεκουραζόταν. Παλιά, όταν τα παιδιά ήταν μικρά η μητέρα δυσκολεύονταν περισσότερο. Πήγαινε στο χωράφι και γυρνούσε νωρίς για να μαγειρέψει φαγητό για το μεσημεριανό γεύμα των παιδιών της. Τότε όμως ήταν νέα, είχε άλλες αντοχές. Τώρα πια…..

-Χορτάσατε; Ρώτησε η μητέρα τα παιδιά της.

- Ναι μαμά, της απάντησαν αυτά, όμως δεν της είπαν όλη την αλήθεια. Της είπαν ότι χόρτασαν αλλά στην πραγματικότητα αυτό ήταν ψέμα. Της το είπαν γιατί αν της έλεγαν «όχι» θα την στεναχωρούσαν και θα την έκαναν να νιώσει τύψεις, μια και δεν είχε προλάβει να μαγειρέψει. Άλλωστε είναι τόσα πολλά αυτά που θέλουν να της πουν, αλλά δε βρίσκουν τον τρόπο. Τη βλέπουν τόσο εύθραυστη που φοβούνται και να την αγκαλιάσουν καλά .

Η ώρα είναι πέντε και τέταρτο το απόγευμα. Όλοι πάνε να κοιμηθούν, αφού δεν κοιμήθηκαν όλο το βράδυ. Την επόμενη μέρα θα ξανασηκωθούν και θα κάνουν πάλι το ίδιο.

Ένας ατελείωτος κύκλος η ζωή τους χωράφι, δουλειά, ξεκούραση. Μόχθος και καταπόνηση χωρίς τελειωμό. Και η ανάγκη τους να ζήσουν αληθινά; Οι ελπίδες τους για ένα καλύτερο αύριο;

(ΧΑΡΟΥΠΑ ΜΑΡΙΑ)


 


 

Γ' ΒΡΑΒΕΙΟ

 

Ο καπνός τα παλαιότερα χρόνια ήταν η κύρια ασχολία των γονιών μας αλλά και όλων των κατοίκων των Φυτείων. Ωραίες εποχές γεμάτες ζωντάνια και ανέμελη ζωή. Από νωρίς μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων  άρχιζε η προετοιμασία για το ξεκίνημα της γεωργικής χρονιάς. Όργωμα του αγρού, σκάψιμο, των βραγιών και ταυτόχρονα  το κλώσιμο στο φυντάνι όπου σε μια μάλλινη σακούλα τοποθετούσαν το σπόρο τον έβρεχαν κάπου με νερό και τον έβαζαν στην άκρη στο τζάκι η ακόμα και μέσα στα σκεπάσματα για να κρατιέται σε κάποια θερμοκρασία. Μετά από 15-20 μέρες άρχιζε  η σπορά, σκέπασμα, ξεσκέπασμα, βοτάνισμα, τάισμα και βγάλσιμο για να παέι για φύτεμα.

Ολόισια φρεζαρισμένα χωράφια περίμεναν μεγάλους και μικρούς για το φύτεμα του καπνού. Αυλάκια με το σκαλιστήρι, σγάρλισμα με το χέρι τρύπα με το ξύλινο σουβλί, φύτεμα και πότισμα με την ποτίστρα. Μετά από λίγες μέρες, καπέλο στο κεφάλι οι άντρες μαντίλι οι γυναίκες το σκαλιστήρι στον ώμο και άρχιζε το σκάλισμα το λίπασμα και το πότισμα.

Άνοιξη πλέον τα παιδιά τέλειωναν το σχολείο και όλοι μαζί κατεβαίνουν στον κάμπο για το μάζεμα του καπνού. Πατόφυλλο μεσόφυλλο τρίτο χέρι κορμόφυλλο ή κτσιούρι είναι οι τοπικές ορολογίες και τις βάζουν στα χεράμια κουβάλημα στον ίσκιο  και σώριασμα μεγάλους σωρούς για να αρχίσει το μπελώνιασμα. Όλοι μικροί και μεγάλοι με τη βελόνα στο χέρι και οι αρμάθες σωρό έτοιμες για το κρέμασμα και το λιάσιμο στις λιάστρες.

Με τις πρώτες δροσιές οι γυναίκες κάνουν το ξεκόλλημα και το μάζεμα των ξερών αρμάθων σε βαντάκια. Κατόπιν θα ξεκινήσει η διαδικασία για το στρώσιμο και μετά τα δέματα. Σε ειδικές μηχανές καλούπια θα μπουν μια μια προσεκτικά οι αρμάθες και θα πατηθούν σε δέματα με προσοχή στην ποιότητα, γιατί η καλύτερη θα αποφέρει περισσότερα κέρδη.

Ο Σεπτέμβρης ήρθε και τα πρώτα πρωτοβρόχια κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Η μετακόμιση για το χωριό είναι πλέον αναγκαία. Τα παιδιά θα ξεκινήσουν τα σχολεία και οι μεγάλοι την διαδικασία της πώλησης του καπνού. Άλλη μια γεωργική χρονιά στις Φυτείες τελείωσε και άφησε όλους κουραστικές αλλά και ευχάριστες αναμνήσεις.

Τις ζήσαμε σε ωραίες εποχές που τα παιδιά μας δεν πρόκειται να ζήσουν ποτέ.

(ΣΟΝΕΡ ΜΠΕΛΤΣΟ)